Έφτασε η ώρα της δικαιοσύνης για τη "μαφία του χασίς" στην Κρήτη,
καθώς σήμερα αναμένεται ξεκινήσει η εκδίκαση της υπόθεσης στο Ηράκλειο,
στο Τριμελες Εφετείο Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης.
Τον
Άυγουστο του 2013 η Ελληνική Αστυνομία είχε προχωρήσει σε αυτή τη
σπουδαία επιτυχία, εξαρθρώνοντας τη συγκεκριμένη σπείρα, η οποία είχε
απλώσει τα "πλοκάμια" της παντού, διακινώντας μεγάλες ποσότητες στην
Κρήτη.
Στο εδώλιο παραπέμπονται να δικαστούν 26
εμπλεκόμενοι στην εγκληματική οργάνωση που εξάρθρωσαν οι Αρχές τον
Αύγουστο του 2013 μετά από πολύμηνη παρακολούθηση των τηλεφωνικών
επικοινωνιών βασικών κατηγορουμένων. Στο εδώλιο θα καθίσουν και άλλοι
κατηγορούμενοι, οι οποίοι όμως δεν αντιμετωπίζουν την κατηγορία της
ένταξης σε εγκληματική οργάνωση αλλά βαρύνονται με άλλα αδικήματα.
Τι είχε προκύψει από την έρευνα
Σύμφωνα με την Αστυνομία «πρωταγωνιστικό» ρόλο ειχαν ντόπιοι, με καταγωγή κυρίως από τον Μυλοπόταμο, των οποίων τα τηλέφωνα «παγιδεύονται». Οι συνομιλίες τους καταγράφονται, σταδιακά εντοπίζονται οι «σύνδεσμοι» τους και στην πορεία των ερευνών αποκωδικοποιείται ο τρόπος δράσης τους. Αστυνομικοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος που αρχικώς τροφοδοτεί τους Κρητικούς με τεράστιες ποσότητες χασίς είναι ένας 46χρονος Αλβανός, ο οποίος ζει στην Αθήνα και φέρεται να κινεί τα νήματα μεγάλου κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών ανά την Ελλάδα.
Οπως είχε γράψει η "Πατρις" μήνες πριν την μεγάλη αστυνομική επιχείρηση που οδήγησε σε αθρόες συλλήψεις, οι Αρχές είχαν εντοπίσει την «δεξαμενή» τροφοδοσίας με αφορμή την κατάσχεση 16 κιλών χασίς και την σύλληψη τριών ατόμων, εκ των οποίων το ένα ήταν ο γιος του Αλβανού αρχηγού. Από τότε συνειδητοποιούν ότι άτομα που κάποτε έκαναν «κουμάντο» στην χασισοκαλλιέργεια του νησιού, είχαν αναγκαστεί να κάνουν ...εισαγωγή προκειμένου να καλύψουν το πελατολόγιο της εγχώριας αγοράς. Αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ θεωρούν ότι η στροφή προς την Αλβανική μαφία ήταν σχεδόν ...μονόδρομος μετά την σύλληψη και προφυλάκιση ανθρώπων, οι οποίοι μέχρι πρότινος είχαν τα ηνία στην εγχώρια διακίνηση. Συγγενικά τους πρόσωπα, τα οποία παραμένουν εκτός φυλακής, φέρονται να αναλαμβάνουν την συνέχιση της ...παράδοσης.
Ωστόσο η υπόθεση της κατάσχεσης του φορτίου των 16 κιλών χασίς και της σύλληψης του νεαρού γιου του Αλβανού αρχηγού είχε σοβαρές «παρενέργειες» στις επαγγελματικές συναλλαγές των δύο πλευρών. Αλληλοκατηγορούνται για τις «διαρροές», τσακώνονται και η συνεργασία τους διαλύεται.
Σύμφωνα με την Αστυνομία, για ένα χρονικό διάστημα περίπου δέκα ημερών οι Κρητικοί αναστέλλουν κάθε δραστηριότητα τους. Επανακάπτουν στην διακίνηση, απευθυνόμενοι προσωρινά σε μικρότερης εμβέλειας εμπόρους μέχρι να βρουν τον αντικαταστάτη του 46χρονου.
Οι αστυνομικοί γνωρίζοντας ότι η λειτουργία της οργάνωσης έχει κλονιστεί, «τρέχουν» τις διαδικασίες για να ταυτοποιήσουν όλα τα στοιχεία των εμπλεκομένων, κινητά, σπίτια, οχήματα ώστε να προχωρήσουν στο μεγάλο βήμα των συλλήψεων. Σύμφωνα με τον Διοικητή της Δίωξης Ναρκωτικών Ηρακλείου, σε χρονικό διάστημα 45 ημερών, από τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης διακινήθηκαν 44 κιλά χασίς, αποκομίζοντας όφελος τουλάχιστον 160.000 ευρώ.
Οι βασικοί εμπλεκόμενοι σε κάθε μεταφορά φορτίου είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις κινήσεις τους. Χρησιμοποιούσαν αυτοκίνητα ως προπομπούς ενώ είχαν τα κινητά τους τηλέφωνα διαρκώς ανοιχτά ώστε σε περίπτωση που «στράβωνε» κάτι, να δοθεί άμεσα σήμα. Επιλέγουν μελετημένα τις ώρες και τις ημερομηνίες μεταφοράς. Όπως είχε αναφερθεί, το βράδυ της Δευτέρας του Πάσχα στο Ηράκλειο έφθασε φορτίο 15 κιλών χασίς. Η μεταφορά έγινε μεταξύ 9.30 και 9.45 το βράδυ, πάνω στην αλλαγή βαρδιών της Αστυνομίας.
Τα «ριφάκια» και οι «σκύλοι»
Στο πλαίσιο της πολύμηνης παρακολούθησης των βασικών υπόπτων, αστυνομικοί αποκωδικοποιούν πλήρως, όπως λένε, την συνθηματική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι εμπλεκόμενοι στις συναλλαγές τους αναφορικά με την διακίνηση των ναρκωτικών.
«Έχεις κανένα ριφάκι;» ρωτούσε για παράδειγμα εμπλεκόμενος συγκατηγορούμενο του.
Σύμφωνα με την Αστυνομία, αποκαλούσαν το χασίς ως «ριφάκι», «κουλούκι» «τυρί», «κρέας» «κοπελιά» «μπάλες άχυρα», «καλώδιο».
Όσο για τους αστυνομικούς, τους αποκαλούσαν «σκύλους», «φοράδες» ή «συντέκνους».
Είναι εντυπωσιακό με βάση τα όσα αναφέρονται στη δικογραφία, ότι μεγάλο μέρος των αγοραπωλησιών γινόταν κοντά σε χωριό του Ηρακλείου, σε σκουπιδότοπους, έξω από εκκλησίες, εικονοστάσια, εργοστάσια, ελαιοτριβεία, σε παράδρομους.
Σε κάποιες από τις καταγεγραμμένες συνομιλίες, αστυνομικοί υποστηρίζουν ότι ακούγονται εμπλεκόμενοι άλλοτε να κάνουν συστάσεις ώστε να μην «πειραχθεί» με προσμίξεις το «εμπόρευμα», άλλοτε να κάνουν διαπραγματεύσεις για καλύτερη τιμή. Καταγράφεται ακόμα γκρίνια μεταξύ των συναλλασσόμενων για την κακή ποιότητα των ναρκωτικών που διακινήθηκαν ή για την ακριβή τιμή ανά γραμμάριο με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιείται το κέρδος από τη μεταπώληση. Υπάρχει συνομιλία στην οποία σύμφωνα με την Αστυνομία αγοραστής διαμαρτύρεται ότι η ποσότητα του χασίς που είχε προμηθευτεί προερχόταν από δενδρύλλια, τα οποία αναπτύχθηκαν υπό τεχνητό φως και όχι με φυσικό φως. Ο προμηθευτής αντιδρά προσβεβλημένος και επιμένει ότι αναπτύχθηκαν υπό το φως του ήλιου.
Από την πλευρά των βασικών κατηγορουμένων υπάρχει πλήρης άρνηση για όσα περί εγκληματικής οργάνωσης τους καταλογίζονται και υποστηρίζουν ότι στις «παγιδευμένες» συνομιλίες δεν χρησιμοποιούν «συνθηματική γλώσσα» αλλά πραγματική με την οποία περιγράφουν τις καθημερινές δραστηριότητες τους. Για παράδειγμα, ισχυρίστηκαν ότι όταν ακούγονται να μιλούν για «ρίφια», «αίγες», «τυριά» και «κουλούκια», πράγματι μιλούν για ζώα, γαλακτομικά και σκυλάκια καθώς αυτά περιλαμβάνονται στη δουλειά τους ως κτηνοτρόφων.
Τι είχε προκύψει από την έρευνα
Σύμφωνα με την Αστυνομία «πρωταγωνιστικό» ρόλο ειχαν ντόπιοι, με καταγωγή κυρίως από τον Μυλοπόταμο, των οποίων τα τηλέφωνα «παγιδεύονται». Οι συνομιλίες τους καταγράφονται, σταδιακά εντοπίζονται οι «σύνδεσμοι» τους και στην πορεία των ερευνών αποκωδικοποιείται ο τρόπος δράσης τους. Αστυνομικοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος που αρχικώς τροφοδοτεί τους Κρητικούς με τεράστιες ποσότητες χασίς είναι ένας 46χρονος Αλβανός, ο οποίος ζει στην Αθήνα και φέρεται να κινεί τα νήματα μεγάλου κυκλώματος διακίνησης ναρκωτικών ανά την Ελλάδα.
Οπως είχε γράψει η "Πατρις" μήνες πριν την μεγάλη αστυνομική επιχείρηση που οδήγησε σε αθρόες συλλήψεις, οι Αρχές είχαν εντοπίσει την «δεξαμενή» τροφοδοσίας με αφορμή την κατάσχεση 16 κιλών χασίς και την σύλληψη τριών ατόμων, εκ των οποίων το ένα ήταν ο γιος του Αλβανού αρχηγού. Από τότε συνειδητοποιούν ότι άτομα που κάποτε έκαναν «κουμάντο» στην χασισοκαλλιέργεια του νησιού, είχαν αναγκαστεί να κάνουν ...εισαγωγή προκειμένου να καλύψουν το πελατολόγιο της εγχώριας αγοράς. Αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ θεωρούν ότι η στροφή προς την Αλβανική μαφία ήταν σχεδόν ...μονόδρομος μετά την σύλληψη και προφυλάκιση ανθρώπων, οι οποίοι μέχρι πρότινος είχαν τα ηνία στην εγχώρια διακίνηση. Συγγενικά τους πρόσωπα, τα οποία παραμένουν εκτός φυλακής, φέρονται να αναλαμβάνουν την συνέχιση της ...παράδοσης.
Ωστόσο η υπόθεση της κατάσχεσης του φορτίου των 16 κιλών χασίς και της σύλληψης του νεαρού γιου του Αλβανού αρχηγού είχε σοβαρές «παρενέργειες» στις επαγγελματικές συναλλαγές των δύο πλευρών. Αλληλοκατηγορούνται για τις «διαρροές», τσακώνονται και η συνεργασία τους διαλύεται.
Σύμφωνα με την Αστυνομία, για ένα χρονικό διάστημα περίπου δέκα ημερών οι Κρητικοί αναστέλλουν κάθε δραστηριότητα τους. Επανακάπτουν στην διακίνηση, απευθυνόμενοι προσωρινά σε μικρότερης εμβέλειας εμπόρους μέχρι να βρουν τον αντικαταστάτη του 46χρονου.
Οι αστυνομικοί γνωρίζοντας ότι η λειτουργία της οργάνωσης έχει κλονιστεί, «τρέχουν» τις διαδικασίες για να ταυτοποιήσουν όλα τα στοιχεία των εμπλεκομένων, κινητά, σπίτια, οχήματα ώστε να προχωρήσουν στο μεγάλο βήμα των συλλήψεων. Σύμφωνα με τον Διοικητή της Δίωξης Ναρκωτικών Ηρακλείου, σε χρονικό διάστημα 45 ημερών, από τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης διακινήθηκαν 44 κιλά χασίς, αποκομίζοντας όφελος τουλάχιστον 160.000 ευρώ.
Οι βασικοί εμπλεκόμενοι σε κάθε μεταφορά φορτίου είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις κινήσεις τους. Χρησιμοποιούσαν αυτοκίνητα ως προπομπούς ενώ είχαν τα κινητά τους τηλέφωνα διαρκώς ανοιχτά ώστε σε περίπτωση που «στράβωνε» κάτι, να δοθεί άμεσα σήμα. Επιλέγουν μελετημένα τις ώρες και τις ημερομηνίες μεταφοράς. Όπως είχε αναφερθεί, το βράδυ της Δευτέρας του Πάσχα στο Ηράκλειο έφθασε φορτίο 15 κιλών χασίς. Η μεταφορά έγινε μεταξύ 9.30 και 9.45 το βράδυ, πάνω στην αλλαγή βαρδιών της Αστυνομίας.
Τα «ριφάκια» και οι «σκύλοι»
Στο πλαίσιο της πολύμηνης παρακολούθησης των βασικών υπόπτων, αστυνομικοί αποκωδικοποιούν πλήρως, όπως λένε, την συνθηματική γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι εμπλεκόμενοι στις συναλλαγές τους αναφορικά με την διακίνηση των ναρκωτικών.
«Έχεις κανένα ριφάκι;» ρωτούσε για παράδειγμα εμπλεκόμενος συγκατηγορούμενο του.
Σύμφωνα με την Αστυνομία, αποκαλούσαν το χασίς ως «ριφάκι», «κουλούκι» «τυρί», «κρέας» «κοπελιά» «μπάλες άχυρα», «καλώδιο».
Όσο για τους αστυνομικούς, τους αποκαλούσαν «σκύλους», «φοράδες» ή «συντέκνους».
Είναι εντυπωσιακό με βάση τα όσα αναφέρονται στη δικογραφία, ότι μεγάλο μέρος των αγοραπωλησιών γινόταν κοντά σε χωριό του Ηρακλείου, σε σκουπιδότοπους, έξω από εκκλησίες, εικονοστάσια, εργοστάσια, ελαιοτριβεία, σε παράδρομους.
Σε κάποιες από τις καταγεγραμμένες συνομιλίες, αστυνομικοί υποστηρίζουν ότι ακούγονται εμπλεκόμενοι άλλοτε να κάνουν συστάσεις ώστε να μην «πειραχθεί» με προσμίξεις το «εμπόρευμα», άλλοτε να κάνουν διαπραγματεύσεις για καλύτερη τιμή. Καταγράφεται ακόμα γκρίνια μεταξύ των συναλλασσόμενων για την κακή ποιότητα των ναρκωτικών που διακινήθηκαν ή για την ακριβή τιμή ανά γραμμάριο με αποτέλεσμα να ελαχιστοποιείται το κέρδος από τη μεταπώληση. Υπάρχει συνομιλία στην οποία σύμφωνα με την Αστυνομία αγοραστής διαμαρτύρεται ότι η ποσότητα του χασίς που είχε προμηθευτεί προερχόταν από δενδρύλλια, τα οποία αναπτύχθηκαν υπό τεχνητό φως και όχι με φυσικό φως. Ο προμηθευτής αντιδρά προσβεβλημένος και επιμένει ότι αναπτύχθηκαν υπό το φως του ήλιου.
Από την πλευρά των βασικών κατηγορουμένων υπάρχει πλήρης άρνηση για όσα περί εγκληματικής οργάνωσης τους καταλογίζονται και υποστηρίζουν ότι στις «παγιδευμένες» συνομιλίες δεν χρησιμοποιούν «συνθηματική γλώσσα» αλλά πραγματική με την οποία περιγράφουν τις καθημερινές δραστηριότητες τους. Για παράδειγμα, ισχυρίστηκαν ότι όταν ακούγονται να μιλούν για «ρίφια», «αίγες», «τυριά» και «κουλούκια», πράγματι μιλούν για ζώα, γαλακτομικά και σκυλάκια καθώς αυτά περιλαμβάνονται στη δουλειά τους ως κτηνοτρόφων.
Πηγή : CretaPlus.gr