Είναι αρχή μας να θεωρούμε ότι η
πολιτική καθορίζει τα πάντα και επομένως πρέπει να βρίσκεται στο τιμόνι. Αυτή μας η θέση
δεν επιτρέπει, καθώς βαδίζουμε προς τις δημοτικές
εκλογές στις 18 Μαΐου 2014,
να ασχοληθούμε με την παραπολιτική , τον κιτρινισμό
ή με χτυπήματα κάτω από τη ζώνη. Είναι επίσης αρχή μας και το αποδεικνύουμε εμπράκτως
να αντιμετωπίζουμε τον πολιτικό μας αντίπαλο όταν είναι όρθιος και όχι όταν βρίσκεται
πολιτικά στην εντατική.
Θα ασχοληθούμε
λοιπόν με το κεντρικό πολιτικό πρόβλημα το οποίο κατά την άποψή μας υπάρχει
στην παρούσα δημοτική αρχή.
Υπάρχουν δυο
πολιτικές λογικές , δυο διαφορετικές αντιλήψεις με τις οποίες μπορεί να αντιμετωπιστεί
η κακή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο Δήμος Σητείας κατά ομολογία της ίδιας
της δημοτικής αρχής.
Η μια πολιτική
λογική και αντίληψη είναι η διαχειριστική λογική η θέση δηλαδή που βλέπει την
τοπική αυτοδιοίκηση σαν ένα πεδίο στο οποίο ο Δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο
διαχειρίζονται απλά τα του δήμου. Ουσιαστικά δεν παρεμβαίνει, δεν αλλάζει, δεν
παράγει πολιτική. Θεωρεί δεδομένα τα όρια , τις δυνατότητες παρέμβασης. Είναι φοβική
στο να έρθει αντιμέτωπη με την κεντρική πολιτική ηγεσία όταν τα προβλήματα άπτονται
γενικότερων πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης, οποιοδήποτε χρώμα κι αν εχει
αυτή. Δυσανασχετεί , φοβάται την ανάπτυξη αυτόνομων τοπικών διεκδικητικών
κινημάτων πάνω σε προβλήματα υποδομών ή οικονομικής ανάπτυξης του Δήμου. Θέλει
τα κινήματα αυτά υπό τον έλεγχο της, έτσι ώστε να καθορίζει τα πλαίσια και τα όρια τους. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν
μπορεί, δεν ξέρει, δεν έχει καταλάβει ότι τα πολιτικά όρια του δήμου και της δημοτικής
αρχής μπορεί και πρέπει να υπερβαίνουν τις κομματικές επιλογές του Δήμαρχου και
της συνισταμένης των πολιτικοοικονομικών δυνάμεων τις οποίες εκπροσωπεί. Ταυτίζει
δηλαδή τα όρια της δημοτικής αυτονομίας με τα όρια της κομματικής αυτονομίας.
Αυτή η
αντίληψη κάνει τη δημοτική αρχή να δειλιάζει, να ντρέπεται, να φοβάται να
ηγηθεί τέτοιων κινημάτων σε επίπεδο δήμου ακόμα και όταν αναγνωρίζει ή
αναγκάζεται να αναγνωρίσει ότι βασίζονται πάνω σε πραγματικά προβλήματα. Η ίδια
αντίληψη θεωρεί τους τοπικούς κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους σαν διαμεσολαβητές,
σαν μεσίτες στις σχέσεις της με την κεντρική πολιτική εξουσία. Δεν τους θεωρεί
δηλαδή σαν εκπροσώπους της ίδιας της κεντρικής εξουσίας και επομένως σαν
εκλεγμένους πολιτικούς που πρέπει να απολογούνται στους δημότες-πολίτες για τα
προβλήματα που δημιουργούνται σε τοπικό-δημοτικό επίπεδο από λανθασμένες
πολιτικές επιλογές της κεντρικής εξουσίας. Δεν θέλει να θυμάται ότι οι
βουλευτές εκλέχθηκαν για το κοινοβούλιο και πάνω στη βάση τοπικών προγραμμάτων.
Η ίδια
πολιτική αντίληψη δεν έχει ξεκάθαρο το που βρίσκεται το κέντρο λήψης των αποφάσεων
για το δήμο. Ταλαντεύεται μεταφέροντας το κέντρο λήψης των αποφάσεων από
το δήμο στα βουλευτικά ή υπουργικά
γραφεία και αναγκάζεται να παίρνει
αποφάσεις με το τηλέφωνο στο χέρι.
Η πολιτική
αυτή αντίληψη αδιαφορεί ή δεν έχει ανάγκη τη γνώμη των δημοτών, προσπαθεί να
την αγνοήσει γιατί της δημιουργεί προβλήματα που πηγάζουν βέβαια από ανάγκες
των δημοτών-πολιτών. Επομένως δεν θέλει και δεν είναι ανοιχτή στις δημοκρατικές
διαδικασίες γιατί αυτές είναι εργαλείο αποκρυστάλλωσης των ιδεών , των απόψεων
των δημοτών. Φοβάται την άμεση δημοκρατία, τις λαϊκές δημοτικές συνελεύσεις, τα
δημοψηφίσματα.
Υπάρχει όμως
μια δεύτερη αντίληψη , μια άλλη πολιτική λογική αυτή που θεωρεί ότι ο δήμος και
η δημοτική αρχή είναι ένας ζωντανός οργανισμός πολιτικής σκέψης πρώτα και κύρια.
Είναι αυτόνομος
οργανισμός που παράγει πολιτική, όχι μόνο επί χάρτου αλλά βάζει στην πράξη την
πολιτική του παραγωγή , παρεμβαίνει ουσιαστικά με δικές του επιλογές και
προτάσεις για τη λύση προβλημάτων που αφορούν το δήμο και τους δημότες-πολίτες.
Η πολιτική
αυτονομία του δεν καθορίζεται από τίποτε άλλο παρά μόνο από το σύνολο και τη
συνισταμένη των ιδεολογικοπολιτικών επιλογών που ενέκρινε η πλειοψηφία των
δημοτών-πολιτών στις αυτοδιοικητικές εκλογές.
Μια τέτοια αντίληψη
δεν θεωρεί ότι οι δημοτικές εκλογές πρέπει να είναι σε αρμονία με τις επιλογές
της κεντρικής εξουσίας. Χωρίς να θέλει ή
να μετατρέπεται σε πολιτικό κόμμα ή συνδικάτο μπορεί και πρέπει να αναδεικνύει
με όλους τους τρόπους τα προβλήματα που ανακύπτουν από κεντρικές πολιτικές
επιλογές. Κατά τη δική μας άποψη πρέπει όχι μόνο να μη μένει στο επίπεδο της
ανάδειξης αλλά όταν χρειάζεται να μπαίνει μπροστά στους δίκαιους αγώνες που
αναπτύσσονται σε δημοτικό επίπεδο.
Η αντίληψη
αυτή de facto σπρώχνει τους εκπροσώπους σε κεντρικό πολιτικό
επίπεδο(βουλευτές) να μεταφέρουν στην κεντρική πολιτική σκηνή(βουλή) την
πραγματική κατάσταση στην περιφέρεια της χώρας. Ενεργοποιεί τους εκπροσώπους
στη βουλή , τους κάνει συνυπεύθυνους , τους βγάζει από τη λογική του
ρουσφετιού, του Μαυρογιαλούρου, του «κατόπιν ενεργειών μου». Από «βολευτές»
τους κάνει πραγματικά βουλευτές της θέλησης των δημοτών-πολιτών. Η ίδια
αντίληψη θεωρεί ότι το κέντρο των αποφάσεων βρίσκεται μέσα στο δήμο και στο
δημοτικό συμβούλιο. Στηρίζεται πρώτα και κύρια στις δικές του δυνάμεις και με
βάση αυτό καθορίζει τη στρατηγική του δήμου, την τακτική και τις συμμαχίες και έχει ξεκαθαρισμένους και ιεραρχημένους
στόχους.
Η ίδια
αντίληψη έχει ανάγκη, στηρίζεται και καταφεύγει διαρκώς στη γνώμη, την άποψη
και τη θέση των δημοτών-πολιτών. Έχει ανάγκη από ενεργούς πολίτες-δημότες.
Το μοναδικό λοιπόν
εργαλείο το οποίο μπορεί να τις εξασφαλίσει την άμεση επικοινωνία και τη
συμμετοχή των δημοτών πολιτών είναι η δημοκρατική λειτουργία σε όλα τα επίπεδα.
Στηρίζεται και προωθεί την άμεση δημοκρατία και επειδή στη δημοκρατία δεν
υπάρχουν αδιέξοδα καταφεύγει στη δημοτική ετυμηγορία με την έννοια των λαϊκών
δημοτικών συνελεύσεων και δημοψηφισμάτων.
Αυτό λοιπόν
που χρειάζεται ο δήμος δεν είναι μόνο η αλλαγή της δημοτικής αρχής σαν πρόσωπα.
Αυτό που
χρειάζεται είναι πρώτα και κύρια η αλλαγή πολιτικής λογικής και οπτικής γωνίας.
Η πρώτη
πολιτική λογική οδήγησε το δήμο και την τοπική αυτοδιοίκηση όχι μόνο στην κατάρρευση
και τη χρεοκοπία αλλά σε πραγματικό
πολιτικό αδιέξοδο.
Σήμερα σε
όλη την Ελλάδα (όχι μόνο σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης) πνέει ένας φρέσκος
άνεμος ιδεών, θέσεων , αντιλήψεων
διαφορετικών από τα δεδομένα, από τα κατεστημένα.
Εμείς ούτε
μπορούμε, ούτε έχουμε το δικαίωμα να μείνουμε πίσω. Οφείλουμε να τραβήξουμε
μπροστά, να αλλάξουμε, για τις γενιές που έρχονται, που πρέπει να μπορούν να μείνουν να δουλέψουν και
να προκόψουν εδώ στον τόπο μας.
Σητεία , Μάιος
2014
Μπάμπης Σαρίδης
