Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Έφυγε από την Ιεράπετρα και έγινε ο "ράφτης του Μανχάταν"

Δώδεκα χρόνια ονειρευόταν τη στιγμή που θα γύριζε στην Ιεράπετρα και θα μύριζε ξανά τη θάλασσα "ο ράφτης του Μανχάταν" Ανδρέας Κατσαβδάκης.
Ο 84χρονος από την Ιεράπετρα διηγείται στη "Νέα Κρήτη" πώς ξεκίνησε να ράβει στα 11 του χρόνια και πώς πρόκοψε στην Αμερική...


Το 1969 ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Νίξον επέτρεψε τη μετανάστευση 27.000 Ελλήνων τεχνιτών, στους οποίους έδωσε αμέσως άδεια παραμονής και εργασίας στη χώρα του. Μεταξύ αυτών ήταν ράφτες, τσαγκάρηδες, μαραγκοί, ηλεκτρολόγοι και άλλοι. Ένας από τους 27.000 που μετανάστευσαν το 1969 στις ΗΠΑ ήταν ο Γεραπετρίτης ράφτης Ανδρέας Κατσαβδάκης, αφήνοντας πίσω στην πατρίδα τη σύζυγό του με δυο μικρά παιδιά.


«Δεν το μετάνιωσα ποτέ που πήρα αυτή τη μεγάλη απόφαση. Ήξερα ότι είναι σκληρή η ξενιτιά, αλλά ήμουνα υποχρεωμένος να ψάξω ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά μου, τα οποία μετά από 8 μήνες ήρθαν με τη γυναίκα μου στην Αμερική και έτσι δε μου έλειψε η ζεστασιά της οικογένειας», μας λέει ο 84χρονος σήμερα φημισμένος ράφτης του Μανχάταν, από τις πιο αγαπημένες φιγούρες του καλοκαιριού στην παραλιακή ζώνη της Ιεράπετρας.


Η ιστορία του Ιεραπετρίτη

«Γεννήθηκα στην Κάτω Μερά το 1929, στην παλιά πόλη, δίπλα στην εκκλησία της Παναγίας. "Ζυμώθηκα" με τους ψαράδες και "μπολιάστηκα" με τη μυρωδιά του λιμανιού. Αυτή τη μυρωδιά της θάλασσας, την ψαρίλα, έρχομαι κάθε απόγευμα να ρουφήξω. Όταν αυτή η μυρωδιά φτάσει στα πνευμόνια μου, στο μυαλό μου έρχονται τα παιδικά μου χρόνια και οι όμορφες αναμνήσεις που δεν ξεκόλλησαν ποτέ από το μυαλό μου», λέει ο Ανδρέας Κατσαβδάκης.


Μόλις 11 χρονών, το δεύτερο από τα έξι παιδιά του Κώστα και της Καλλιόπης Κατσαβδάκη, άρχισε να μαθαίνει την τέχνη του ράφτη, ενώ ο πατέρας του, με μια μεγάλη μπρατσέρα, μετέφερε λάδια και άλλα εμπορεύματα από την Ιεράπετρα στο λιμάνι του Πειραιά.


Αφού έγινε 17 χρονών και είχε μάθει αρκετά δουλεύοντας σε ραφείο της Ιεράπετρας, πήρε την πρώτη μεγάλη απόφαση της ζωής του. Έφυγε για την Αθήνα, πιάνοντας δουλειά σε ραφείο της Αιόλου.


Το 1961 ανοίγει δικό του ραφείο στην Ομόνοια, αλλά μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967 οι δουλειές πέφτουν κατακόρυφα, γιατί η χώρα μπαίνει στο "γύψο".


«Το Σεπτέμβρη του 1969, μαζί με άλλους 27.000 Έλληνες τεχνίτες, με την άδεια του τότε προέδρου Νίξον, μεταναστεύουμε στις ΗΠΑ. Μόλις τρεις μέρες από την άφιξή μου στην Αμερική πήρα την πράσινη κάρτα ως νόμιμος μετανάστης. Δούλεψα ως ράφτης σε μια εβραϊκή εταιρεία, με εφόδια τη δεξιοτεχνία μου, την ταχύτητά μου και ένα βελόνι. Σε 40 ώρες έβγαζα 400 δολάρια. Έμεινα στην εταιρεία Gros Cloth Company μέχρι το 1981. Στην Ιεράπετρα γύρισα για διακοπές μετά από 12 χρόνια ασταμάτητης δουλειάς. Δώδεκα χρόνια ονειρευόμουν τη στιγμή που θα γύριζα στο λιμάνι του τόπου μου, να μυρίσω τη θάλασσα που αγάπησα, αυτή τη μοναδική ψαρίλα που δεν τη βρήκα σε κανέναν άλλο τόπο. Επιστρέφοντας στο μεταξύ στις ΗΠΑ, βρήκα την εταιρεία μου κλειστή και έμεινα χωρίς δουλειά», αναπολεί ο 84χρονος Ανδρέας Κατσαβδάκης, που δεν απογοητεύτηκε γιατί είχε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του.


«Βρήκα άλλη δουλειά αμέσως σε έναν Ούγγρο ράφτη και σε ένα χρόνο κατάφερα να μαζέψω δουλεύοντας 17.000 δολάρια. Με αυτά τα χρήματα αποφάσισα να ανοίξω το δικό μου ραφείο στο Μανχάταν, δίπλα στο Ελληνικό Προξενείο. Είχα πολλούς Εβραίους και Έλληνες πελάτες. Δούλευα επί παραγγελία, αλλά έβγαζα πάρα πολλά χρήματα από τις επιδιορθώσεις. Το 1973 με τις οικονομίες που είχα και με ένα δάνειο που πήρα αγόρασα ένα τριώροφο καινούργιο που κόστισε 82.000 δολάρια.
 Το ξεπλήρωσα σε 25 χρόνια, σπούδασα τα παιδιά μου έκανα εγγόνια και σήμερα καμαρώνω για όλα αυτά. Ο γιος μου είναι ψυχολόγος-εγκληματολόγος και η κόρη μου με το γαμπρό μου διατηρούν επιχείρηση παροχής δανείων για αγορά ακινήτων. Είναι τακτοποιημένοι στην Αμερική, αλλά έχουν πάντα στο μυαλό τους την πατρίδα τους, στην οποία έρχονται τακτικά».


Του Νίκου Πετάση
Πηγή : Nέα Κρήτη

Συνολικες προβολες σελιδας