
Για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα και υπό το ψυχικό βάρος της απώλειας δύο συναδέλφων τους στα Σαχτούρια Ρεθύμνου, οι πυροσβεστικές δυνάμεις έδωσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας μάχη με δύο μεγάλα μέτωπα φωτιάς στην Κρήτη, στη Σητεία του Λασιθίου και στον Άγιο Βασίλειο του Ρεθύμνου, με τους θυελλώδεις ανέμους να καθηλώνουν τα εναέρια μέσα και να καθιστούν το έργο της κατάσβεσης εξαιρετικά δύσκολο.
Η εικόνα το πρωί της Πέμπτης ήταν άνιση στα δύο μέτωπα. Στη Σητεία η φωτιά είχε οριοθετηθεί σε δύσβατη βουνοκορφή, δεν απειλούσε κατοικημένες περιοχές και οι αρχές εκτιμούσαν ότι με τη συνδρομή των εναέριων μέσων από το πρωί θα μπορούσε να τεθεί υπό έλεγχο. Αντίθετα, στο νότιο Ρέθυμνο το μέτωπο παρέμενε ανεξέλεγκτο: η πυρκαγιά που ξεκίνησε το μεσημέρι της Τετάρτης στην Κρύα Βρύση εξαπλώθηκε ταχύτατα, σχηματίζοντας ένα πύρινο πέταλο μήκους 15 έως σχεδόν 20 χιλιομέτρων που έκαψε δασικές, αγροτικές και κτηνοτροφικές εκτάσεις, σπίτια και ζωικό κεφάλαιο, και ανάγκασε σε εκκενώσεις δεκάδες οικισμούς και περίπου 2.000 τουρίστες.
Το πρωί της Πέμπτης, ενώ τα συνεργεία συνέχιζαν να επιχειρούν σε πολλαπλά σημεία, το Αμάρι ετοιμαζόταν να αποχαιρετήσει τους δύο πυροσβέστες που έχασαν τη ζωή τους στη μάχη με τις φλόγες, με τις κηδείες τους να έχουν οριστεί για τις μεσημβρινές και τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας.
Σητεία: οριοθετημένο το μέτωπο σε δύσβατη βουνοκορφή
Στη Σητεία, στην ευρύτερη περιοχή του Αθερινόλακου, η εικόνα ήταν σαφώς καλύτερη από εκείνη του Ρεθύμνου. Το μέτωπο, που κατά τη διάρκεια της νύχτας παρέμενε ενεργό, είχε πλέον οριοθετηθεί σε βουνοκορφή που, σύμφωνα με το συντονιστικό κέντρο, ήταν δύσκολα προσβάσιμη. Η φωτιά δεν απειλούσε κατοικημένες περιοχές, και η εκτίμηση ήταν πως με τη βοήθεια των εναέριων μέσων που θα επιχειρούσαν από το πρωί με ρίψεις νερού θα μπορούσε να επιτευχθεί η κατάσβεσή της.
Στο σημείο επιχειρούσαν 25 πυροσβέστες με μία ομάδα της ΕΜΟΔΕ και οκτώ οχήματα, με τη συνδρομή υδροφόρων των δήμων (ΟΤΑ) και μηχανημάτων έργου ιδιωτών και της περιφέρειας.
Ρέθυμνο: πύρινο πέταλο έως 20 χιλιομέτρων στον Άγιο Βασίλειο
Στον Δήμο Αγίου Βασιλείου καταγραφόταν η πιο δύσκολη εικόνα. Η πυρκαγιά ξέσπασε το μεσημέρι της Τετάρτης, 29 Ιουλίου, γύρω στις 14:30 σε χαμηλή βλάστηση στην Κρύα Βρύση, και μέσα σε λίγες ώρες εξελίχθηκε σε ανεξέλεγκτο μέτωπο. Οι φλόγες κινήθηκαν προς τις Μέλαμπες, τα Σαχτούρια, την Τριόπετρα, τον Άγιο Παύλο, τον Άγιο Γεώργιο, την Ορνέ και την Αγία Γαλήνη, σχηματίζοντας ένα πύρινο πέταλο που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, έφτανε τα 15 έως σχεδόν 20 χιλιόμετρα. Καιγόμενες, οι φλόγες προχωρούσαν πάνω σε δασικές, αγροτικές και αγροτολιβαδικές εκτάσεις, γεωργικές εκμεταλλεύσεις, σπίτια και ζωικό κεφάλαιο.
Καθοριστικός παράγοντας ήταν οι άνεμοι. Οι ριπές τους έφτασαν το πρωί της Πέμπτης τα 125 χιλιόμετρα την ώρα στο νότιο Ρέθυμνο, με την έντασή τους να αγγίζει κατά τόπους τα 10 με 11 μποφόρ. Για την αεροπυρόσβεση είχαν διατεθεί δύο ελικόπτερα, η αξιοποίηση των οποίων ωστόσο παρέμενε εξαιρετικά περιορισμένη, καθώς τα εναέρια μέσα είχαν αναγκαστεί να διακόψουν τη δράση τους με τη δύση του ηλίου και δεν μπορούσαν να επιχειρήσουν όσο έπνεαν οι θυελλώδεις ριπές. Την ίδια πορεία προς νότο, οδηγούμενο από τους επικρατούντες ανέμους, ακολούθησε και το πλούμιο του καπνού, το οποίο, σύμφωνα με την επεξεργασία δεδομένων του δορυφόρου Meteosat-12 της EUMETSAT από την επιστημονική ομάδα του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών/meteo.gr, διένυσε απόσταση περίπου 100 χιλιομέτρων.
Το πρωί της Πέμπτης στον Άγιο Βασίλειο επιχειρούσαν, σύμφωνα με νεότερη ενημέρωση, 224 πυροσβέστες με 11 ομάδες πεζοπόρων τμημάτων της 3ης, 6ης και 19ης ΕΜΟΔΕ και 53 οχήματα, ενώ στο έργο τους συνέδραμαν υδροφόρες και μηχανήματα έργου του Δήμου Αγίου Βασιλείου, της περιφέρειας, όμορων δήμων και ιδιωτών. Στην ευρύτερη περιοχή της Κρύας Βρύσης, της Ορνέ και της Αγίας Γαλήνης παρέμεναν σε ετοιμότητα επτά ασθενοφόρα του ΕΚΑΒ, ενώ είχαν κινητοποιηθεί δυνάμεις της ΕΛΑΣ και του Λιμενικού. Αναμένονταν επίσης να φτάσουν στο λιμάνι της Σούδας γύρω στις 06:30, ακτοπλοϊκώς από τον Πειραιά, ακόμη 18 πυροσβέστες και έξι οχήματα από την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας.
«Πάνω από 200 πυροσβέστες βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο πεδίο. Τα μέτωπα είναι πολλά και οι άνεμοι παραμένουν πολύ ισχυροί», δήλωσε ο Αντιπεριφερειάρχης Πολιτικής Προστασίας Κρήτης, Γιώργος Τσαπάκος, ο οποίος τοποθέτησε στο νότιο Ρέθυμνο το βασικό πρόβλημα. Όπως εξήγησε ο κ. Τσαπάκος, η ελπίδα των δυνάμεων ήταν να υποχωρήσει η ένταση των ανέμων, ώστε με το ξημέρωμα να επιστρέψουν στη μάχη τα αεροσκάφη και τα ελικόπτερα.
Δύο πυροσβέστες νεκροί στα Σαχτούρια, οι κηδείες την Πέμπτη
Η τραγωδία σημειώθηκε στην περιοχή των Σαχτουρίων, όπου δύο πυροσβέστες εγκλωβίστηκαν μέσα στο όχημά τους και έχασαν τον προσανατολισμό τους εξαιτίας των πυκνών καπνών. Πρόκειται για τον 25χρονο εποχικό πυροσβέστη Παντελή Διαμαντάκη και τον 58χρονο πυροσβέστη πενταετούς υποχρέωσης Μανώλη Στρατιδάκη. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων τραυματίστηκαν ελαφρά και δύο εθελοντές.
Η κηδεία του 25χρονου ορίστηκε για τις 12 το μεσημέρι της Πέμπτης στον Ιερό Ναό Αγίου Νεκταρίου, στην περιοχή Επισκοπείου του Φουρφουρά, και η εξόδιος ακολουθία του 58χρονου για τις 17:00 στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στο Γερακάρι Αμαρίου.
Τη βαθιά της θλίψη εξέφρασε η ηγεσία του Πυροσβεστικού Σώματος, ενώ συλλυπητήρια απηύθυναν ο πρωθυπουργός και ο πρόεδρος της Βουλής, Νικήτας Κακλαμάνης, ο οποίος έκανε λόγο για άνδρες που έγιναν «ασπίδα απέναντι στις φλόγες» και δεσμεύτηκε ότι το Κοινοβούλιο θα σταθεί στο πλευρό των οικογενειών τους. Ο δήμαρχος Αμαρίου, Παντελής Μουρτζανός, ανέφερε ότι η απώλεια «βυθίζει το Αμάρι στο πένθος και αφήνει τον τόπο μας φτωχότερο», χαρακτηρίζοντας τους δύο πυροσβέστες ήρωες που υπηρέτησαν το καθήκον τους μέχρι την τελευταία τους πνοή. Την ίδια ημέρα, σε ξεχωριστό περιστατικό εκτός Κρήτης, ένας 27χρονος πυροσβέστης εντοπίστηκε χωρίς τις αισθήσεις του στον Αγερανό Γυθείου, εκτός της περιμέτρου της πυρκαγιάς, και ο θάνατός του αποδόθηκε σε παθολογικά αίτια.
Εκκενώσεις οικισμών και απομάκρυνση 2.000 τουριστών
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας εκδόθηκαν αλλεπάλληλα μηνύματα του 112 για την προληπτική απομάκρυνση κατοίκων και επισκεπτών. Αρχικά δόθηκε εντολή εκκένωσης για τα Ακούμια και τα Σαχτούρια, ακολούθησαν μηνύματα για την Αγία Γαλήνη και την Ορνέ με κατεύθυνση προς το Χορδάκι Αμαρίου, και λίγο πριν και μετά τα μεσάνυχτα ζητήθηκε από όσους βρίσκονταν στις Λίγκρες, στην Αγία Παρασκευή και στην ευρύτερη περιοχή να κινηθούν προς τον Αγκαλιανό και τις Κεραμές.
Ιδιαίτερα μεγάλη ήταν η επιχείρηση στην Αγία Γαλήνη, έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς της νότιας Κρήτης, από όπου απομακρύνθηκαν χωρίς να προκληθεί πανικός περίπου 2.000 τουρίστες, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε ασφαλείς περιοχές και ξενοδοχεία του Ρεθύμνου. Εκατοντάδες επισκέπτες οδηγήθηκαν στο κλειστό γυμναστήριο στις Μοίρες Ηρακλείου, το οποίο άνοιξε ο Δήμος Φαιστού έπειτα από συνεννόηση με τον υπουργό Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, Ευάγγελο Τουρνά, και όπου εξασφαλίστηκαν στρώματα και είδη πρώτης ανάγκης.
Παράλληλα, πλωτά μέσα του Λιμενικού, ναυαγοσωστικά και ιδιωτικά σκάφη απεγκλώβισαν πολίτες που είχαν καταφύγει σε παραλίες για να ξεφύγουν από τις φλόγες. Από τη θαλάσσια περιοχή του Αγίου Παύλου απομακρύνθηκαν σε νέα επιχείρηση 12 άνθρωποι, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό όσων διασώθηκαν διά θαλάσσης στους 29. Στην Κρύα Βρύση λειτούργησε σταθμός πρώτων βοηθειών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού για την υγειονομική υποστήριξη πολιτών και πυροσβεστικών δυνάμεων. Για τη στέγαση όσων επλήγησαν, το υπουργείο Τουρισμού σε συνεργασία με το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος ενεργοποίησε ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα για την προσωρινή διαμονή, επικουρικά προς τις παροχές της Περιφέρειας Κρήτης και των δήμων.
Η εξέλιξη και στα δύο μέτωπα κρινόταν το πρωί της Πέμπτης σε μεγάλο βαθμό από τους ανέμους. Αν η έντασή τους υποχωρούσε, τα αεροσκάφη και τα ελικόπτερα θα μπορούσαν να επιστρέψουν στη μάχη με ρίψεις νερού από αέρος, κάτι που όσο διαρκούσαν οι θυελλώδεις ριπές παρέμενε αδύνατο. Μέχρι τότε, το βάρος της κατάσβεσης έπεφτε εξ ολοκλήρου στις επίγειες δυνάμεις, τους εθελοντές και τους κατοίκους των πληγεισών περιοχών.
Πηγή : Ράδιο Λασίθι