Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2021

Αυξημένοι οι πληθυσμοί του δάκου στο νομό Λασιθίου

Ξεκίνησε και εξελίσσεται σε επιλεγμένες περιοχές, όπου εντοπίζεται εντονότερο το πρόβλημα με αυξημένους πληθυσμούς του δάκου, ο δεύτερος δολωματικός ψεκασμός.

Εντούτοις, εξ αρχής της τρέχουσας ελαιοκομικής περιόδου οι πληθυσμοί του δάκου παρουσιάζονται ιδιαίτερα αυξημένοι και το πρόβλημα αυτό συνεχίζεται να εκδηλώνεται μέχρι και σήμερα. Αυτό δήλωσε στην ΑΝΑΤΟΛΗ και το δημοσιογράφο Νίκο Τραντά η συντονίστρια του προγράμματος δακοκτονίας στην Π.Ε. Λασιθίου που υλοποιεί η Περιφέρεια Κρήτης, Αγγελική Καραταράκη.

Οι παρατεταμένες υψηλές θερμοκρασίες και οι ισχυροί άνεμοι, αποτελούν αρνητικό παράγοντα για τη διενέργεια ψεκασμών, εντούτοις, όταν πλέον κρίνεται ως οριακή η κατάσταση με το πρόβλημα του δάκου, επιλεκτικά αποφασίζονται και γίνονται ψεκασμοί. «Το σκηνικό αυτό με την εναλλαγή ισχυρών ανέμων ή  νηνεμίας με υψηλές θερμοκρασίες, συνιστά ένα φαύλο κύκλο, αλλά όταν ρέπει να προστατευτούν καλλιέργειες σε περιοχές με πολύ υψηλούς πληθυσμούς δάκου, δεν μπορούμε να περιμένουμε να βρούμε ιδανικές συνθήκες για να ψεκάσουμε, γιατί έτσι θα περάσει το καλοκαίρι χωρίς να ψεκάσουμε», είπε χαρακτηριστικά.

Οι πληθυσμοί παραμένουν εξ αρχής της σεζόν με πάρα πολύ υψηλούς πληθυσμούς δάκου και αυτό οφείλεται στον ήπιο χειμώνα που προηγήθηκε. Εφόσον δεν σημειώθηκαν χαμηλές θερμοκρασίες για να στρεσάρουν το έντομο, σε βαθμό που στις περισσότερες περιοχές ο δάκος δεν έπεσε καν σε φάση διαχείμασης, αλλά και επειδή πάρα πολλές ελιές έμειναν αμάζευτες εξαιτίας της χαμηλής τιμής του ελαιολάδου, συνέτειναν στην αύξηση των πληθυσμών του δάκου, εξήγησε η κ. Καραταράκη.

Αναφερόμενη στην οργάνωση του προγράμματος δακοκτονίας είπε ότι από πλευράς εργολάβων που ανέλαβαν τους ψεκασμούς υπάρχει κάλυψη μέχρι το 2022, αφού ο διαγωνισμός της Περιφέρειας ήταν τριετούς διάρκειας. Κενά υπάρχουν σε ό,τι αφορά τους εργολάβους παγιδοθεσίας που αντιμετωπίζονται με απευθείας αναθέσεις, ώστε να καλυφθούν όλες οι περιοχές. Αυτή τη στιγμή υπάρχει εικόνα για τους πληθυσμούς του δάκου με καταμέτρηση στις δακοπαγίδες σε όλο το νομό.

Τραγικά, με ευθύνη των συναρμόδιων υπουργείων που έστειλαν καθυστερημένα κατά ένα μήνα σε σχέση με το 2020 την προκήρυξη και του ΑΣΕΠ που άλλαξε πρόσφατα ορισμένα κριτήρια αξιολόγησης, έχει καθυστερήσει η πρόσληψη Τομεαρχών. Την περασμένη Δευτέρα έληξε η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων από ενδιαφερόμενους να προσληφθούν αλλά ακόμη δεν υπάρχει ενημέρωση για το πότε θα αναλάβουν εργασία. Απουσία τομεαρχών, δεν μπορούν να ελεγχθούν οι εκτελούμενες εργασίες των εργολάβων (ψεκασμών και παγιδοθεσίας, ηλεκτρονικής καταγραφής πορείας συνεργείων) στην ύπαιθρο, εξέτασης δειγμάτων δάκου και καταχώρησης στοιχείων κλπ.  Ετσι, επί της ουσίας οι ψεκασμοί εκτελούνται «στα τυφλά», παρά τις προσπάθειες των 2-3 εποπτών που διαθέτει η Διεύθυνση, αλλά που, παρά το περίσσιο φιλότιμο που επιστρατεύουν, είναι πρακτικά αδύνατον να κάνουν ουσιαστικό έλεγχο υποκαθιστώντας το έργο των τομεαρχών.

Τα εμπλεκόμενα υπουργεία θα πρέπει να εξετάσουν πολύ σοβαρά το ζήτημα της έγκαιρης πρόσληψης προσωπικού για την υλοποίηση του προγράμματος δακοκτονίας, τόνισε για άλλη μια φορά η συντονίστρια του προγράμματος στο Λασίθι.

Απαντώντας στην ερώτηση, αν μπορεί να εκτιμηθεί η ζημιά που έχουν προκαλέσει μέχρι τώρα οι πολύ μεγάλοι πληθυσμοί του δάκου, η κ. Καραταράκη εξήγησε ότι μέχρι σήμερα η δακοπροσβολή δεν είναι στο βαθμό που πολλοί θεωρούν ότι έχει συντελεστεί. Η πραγματική επίδραση θα αρχίσει να διαφαίνεται από τούδε και στο εξής, είπε, τονίζοντας ότι οι ελαιοκαλλιεργητές θα πρέπει να εξετάσουν αν η ζημιά που έχει υποστεί ο ελαιόκαρπος στα δέντρα τους μέχρι σήμερα, οφείλεται σε άλλα παράσιτα της ελιάς (ρυγχύτη, πυρηνοτρήτη κλπ.). Τόνισε μάλιστα, ότι επειδή πολλοί έχουν προχωρήσει ήδη σε ψεκασμούς κάλυψης με διάφορα φυτοφάρμακα, φοβούμενοι επανάληψη μεγάλων ζημιών από το δάκο περασμένης χρονιάς, θα πρέπει να προσέξουν να χρησιμοποιούν τα κατάλληλα φάρμακα, έχοντας διαπιστώσει πριν ποιο είναι ακριβώς το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα ελαιόδεντρά τους. Επίσης τόνισε ότι θα πρέπει να συμβουλεύονται γεωπόνο της Υπηρεσίας για τα ενδεικνυόμενα φάρμακα για ψεκασμό κάλυψης, γιατί σε ορισμένα φάρμακα ο δάκος έχει πλέον αναπτύξει αντίσταση και αντοχή και στην ουσία μπορεί να αποβαίνει αναποτελεσματικός, ενώ εκείνοι υπόκεινται σε έξοδα και παράλληλα επιβαρύνουν το περιβάλλον.

Μέχρι στιγμής υπάρχει επάρκεια φαρμάκων που προμηθεύει η Περιφέρεια, που επαρκούν για την εκτέλεση και του 2ου ψεκασμού. Από κει και μετά, εκφράζεται η ευχή η μέριμνα από πλευράς υπουργείου και περιφέρειας να είναι η αναγκαία ώστε να μην προκύψει έλλειψη για τους επόμενους ψεκασμούς.

Το κατά πόσον οι προηγούμενοι καύσωνες επηρέασαν το βιολογικό κύκλο του δάκου, αναμένεται να εκδηλωθεί στις επόμενες γενιές του εντόμου, είπε η κ. Καραταράκη. Η πίεση με τους εξαιρετικά μεγάλους πληθυσμούς με τους οποίους ξεκίνησε η καλλιεργητική σεζόν, πάντως, δεν αφήνει και μεγάλη αισιοδοξία ότι τα φυσικά φαινόμενα, θα παίξουν και μεγάλο ρόλο στην «καθήλωση» του βλαβερού εντόμου στην επόμενη φάση, χωρίς να αποκλείεται έστω και σε περιορισμένη κλίμακα.

Δυσκολία να εκτιμηθεί το μέγεθος της φετινής παραγωγής αντιμετωπίζει η Υπηρεσία και ο βασικός λόγος είναι η απουσία των Τομεαρχών, μία από τις μέριμνες των οποίων είναι και η καταγραφή στο πεδίο της παραγωγής στα δέντρα. Προς το παρόν η εντύπωση είναι ότι υπάρχουν λιόφυτα με αρκετή καρποφορία αλλά και άλλα με καθόλου καρπό. Η εικόνα στο Μεραμπέλο είναι καλύτερη σε ότι αφορά την αναρτημένη παραγωγή σε σχέση με τη Σητεία και αυτό αποδίδεται στις πολύ υψηλές θερμοκρασίες που σημειώθηκαν το περασμένο Πάσχα, στη φάση της ανθοφορίας, που προκάλεσε μεγάλα προβλήματα στα ανθισμένα ελαιόδεντρα. Πρόσθετο πρόβλημα προκάλεσε και ο όψιμος χιονιάς. Παρ’ όλα αυτά η χρονιά μπορεί να χαρακτηριστεί ως «μεσοβεντέμα» αλλά κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει πως θα εξελιχθεί, λόγω ζημιών που θα προκληθούν από το δάκο ή άλλα έντομα και παράσιτα, ακόμη και από έκτακτα, έντονα καιρικά φαινόμενα. Χονδρικά, ως πρώτη εκτίμηση, την οποία έχει κοινοποιήσει και στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, η Υπηρεσία υπολογίζει ανάλογη με την περυσινή παραγωγή, δηλαδή περί τους 16.000 τόνους λάδι.

 

Πηγή : Aνατολή

Συνολικες προβολες σελιδας