«Διαπλοκές, αδιαφάνειες και παρασιτισμούς σε όλο το φάσμα της αγοράς, από την παραγωγή μέχρι την κατανάλωση» καταγγέλλει ως βασική αιτία της καθήλωσης των τιμών παραγωγού κατά μέσο όρο στο 1,85 ευρώ το κιλό στην οξύτητα 0,3, και μάλιστα επί σειρά ετών μέχρι και φέτος, ο επιστημονικός συνεργάτης του Συνδέσμου Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης κ. Νίκος Μιχελάκης, μέσα από τα νέα στοιχεία που δημοσιοποίησε προς τη "Νέα Κρήτη" λίγο πριν την έναρξη της νέας ελαιοκομικής χρονιάς.
«Η νέα σοδειά ελαιολάδου βρίσκεται πλέον "επί θύραις" και η αγωνία των ελαιοπαραγωγών φαίνεται να κορυφώνεται και να επικεντρώνεται περισσότερο στις εξελίξεις που θα υπάρξουν στις τιμές απ’ ό,τι στο πόσο μεγάλη θα είναι η ποσότητα και πόσο καλή θα είναι η ποιότητα του προϊόντος», αναφέρει ο κ. Μιχελάκης και εξηγεί ότι αυτό συμβαίνει «γιατί, όπως η πείρα των τελευταίων ετών έχει δείξει, η ποσότητα αλλά και η ποιότητα, για τις οποίες καταβάλλουν τεράστιες προσπάθειες οι παραγωγοί, κινδυνεύουν να απαξιωθούν από τις τιμές που θα διαμορφωθούν στην αγορά. Και αυτό διότι τα τελευταία χρόνια οι μέσες τιμές του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου, οξύτητας μέχρι 0,8 βαθμών, έχουν κατρακυλήσει σε επίπεδα κάτω του 1,85 ευρώ, τιμή που σαφώς δεν καλύπτει το κόστος παραγωγής. Και αιτία βασική για την όλη κατάσταση είναι προφανώς οι δομές, οι διαπλοκές, οι αδιαφάνειες και οι παρασιτισμοί που έχουν διαμορφωθεί σε όλο το φάσμα της αγοράς, από την παραγωγή μέχρι την κατανάλωση, και βέβαια στο τμήμα της διακίνησης από την παραγωγή μέχρι την τυποποίηση, που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους παραγωγούς»!
Παγκόσμιο παιχνίδι
«Οπωσδήποτε, κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών ελαιολάδου χύμα ασκούν οι λίγες μεγάλες διεθνείς αγροδιατροφικές αλυσίδες, οι οποίες ελέγχουν το 70-80% της παγκόσμιας αγοράς και λειτουργώντας σαν ολιγοπώλια καθορίζουν τις τιμές, χωρίς κανένα ανταγωνισμό μεταξύ τους, όσο μπορούν χαμηλότερες», λέει ο επιστημονικός συνεργάτης του ΣΕΔΗΚ.
«Ωστόσο, μέτρα από την πλευρά της Ε.Ε. στις επιχειρήσεις αυτές, με τις παρούσες συνθήκες, δε θα πρέπει να αναμένονται, ενώ αντιστάσεις από την πλευρά των παραγωγών στην προσφορά του προϊόντος, με τη σημερινή διάρθρωση της εσωτερικής μας αγοράς, δε φαίνονται εφικτές.
Όπως είναι γνωστό, η εσωτερική μας αγορά στην Κρήτη περιλαμβάνει περισσοτέρους από 600 ενδιάμεσους πωλητές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κυρίως ιδιωτικά και συν/κά ελαιοτριβεία, και λίγες Ενώσεις και χονδρέμποροι.
Τα ελαιοτριβεία, που ανέρχονται σε 560, συνήθως πωλούν ("κόβουν") το ελαιόλαδο μετά από συνεννόηση με τους παραγωγούς, αλλά δε λείπουν ως φαίνεται και οι περιπτώσεις που πωλήσεις γίνονται και χωρίς συνεννόηση, καθώς και περιπτώσεις αδυναμίας εξόφλησης ή και περιπτώσεις πτώχευσης ελαιουργείων.
Οι πωλήσεις από τα ελαιοτριβεία γίνονται σε ποσότητες βυτίων (25-30 τόνων), συνήθως με τιμολόγια τρίτων, ενώ η πληρωμή γίνεται είτε άμεσα, είτε με επιταγές σε μεταγενέστερο χρόνο.
Με τον τρόπο αυτό στην πράξη το ελαιόλαδο προσφέρεται χωρίς να γίνεται καμιά διαπραγμάτευση, αφού οι ενδιάμεσοι απολαμβάνουν τις προμήθειές τους μάλλον ανεξάρτητα από τις τιμές, και αρκετές φορές οι πωλήσεις γίνονται και κάτω από την πίεση να αδειάσουν οι δεξαμενές.
Έτσι, οι τιμές που διαμορφώνονται δεν είναι οπωσδήποτε οι καλύτερες για τους ελαιοπαραγωγούς!
Ωστόσο, σε λίγες περιπτώσεις συνεταιριστικών οργανώσεων, όπου το ελαιόλαδο πωλείται σε μεγάλες ποσότητες με διαγωνισμούς, οι τιμές που επιτυγχάνονται είναι σαφώς υψηλότερες κατά 20-40 λεπτά, όπως παρατηρήθηκε φέτος στις περιπτώσεις των συνεταιρισμών Κριτσάς, Παπαγιαννάδων, Γαργαλιάνων (Πελοποννήσου), καθώς και των Ενώσεων Λακωνίας και Μεσσηνίας, που με διαγωνισμούς εξασφάλισαν τιμές μέχρι και 2,40-2,55 ευρώ ανά κιλό».
Ο κ. Μιχελάκης εκφράζει την εκτίμηση ότι υπάρχει θέμα αναδόμησης της εσωτερικής μας αγοράς, που ασφαλώς πρέπει να έχει καλλικρατική μορφή, ώστε να επιτρέψει τη συγκέντρωση της προσφοράς σε μικρό αριθμό μεγάλων μονάδων σε όλη την Κρήτη.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι πωλητές ελαιολάδου στην Κρήτη, που συνολικά ανέρχονται σήμερα σε περίπου 600 (560 ελαιουργεία συν 10 ΕΑΣ συν 30 έμποροι), πρέπει να βρεθεί τρόπος, προς το συμφέρον το δικό τους και των ελαιοπαραγωγών, να συγχωνευτούν σε 10 το πολύ μονάδες σε όλη την Κρήτη, ώστε καθεμία να έχει δυναμικότητα περίπου 10 χιλιάδων τόνων.
Πηγή : Νέα Κρήτη